Welcome to the dark side! ή η κρίση ως noir μυθιστόρημα…

Η πόλη που έχεις εσύ δεν είναι αυτή πού έχουν οι άλλοι. Η δικιά σου πόλη, ή πόλη του καθενός, έχει τις κολόνες φωτισμού στο λάθος σημείο και είναι γεμάτη σκιές εκεί πού δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Στην πόλη σου, ο εφημεριδοπώλης κρεμάει την Ouaciones πλάγια και πρέπει να κάνεις ακροβατικά για να ρίξεις μια ματιά στους τίτλους. Στην πόλη σου το κατάστημα της γωνίας κλείνει οπωσδήποτε στις 7.15, μολονότι όταν τους ρωτήσεις το πρωί τί ώρα θα κλείσουν το βράδυ θα σου πουν στις οχτώ. Στην πόλη σου το κανάλι ‘Εννιά δείχνει με παρεμβολές την ώρα πού έχει ταινίες με τον Μπόγκαρτ. «Ίσως ή προσωπική πόλη του καθενός να έχει ομοιότητες με τις άλλες. Ή αθλιότητα, ή ανεργία, ή αδιαντροπιά της εξουσίας που ψεύδεται ηλεκτρονικά, ή τιμή της βενζίνης, το μαύρο σύννεφο που ταξιδεύει από βορειοδυτικά προς νοτιοδυτικά, ή κακοκεφιά των γειτόνων του πέμπτου, ή στάνταρ γεύση των χάμπουργκερ στα φαστφουντάδικα, ή ακαριαία αντίδραση της καθαρίστριας όταν μια λάμπα κινείται απρόβλεπτα και αναγγέλλει το σεισμό. Όλα αυτά όμως είναι διακόσμηση. Ζούμε σε διαφορετικές πόλεις, που είναι κατασκευασμένες με υλικά τις καταχρήσεις εξουσίας και το φόβο, τη διαφθορά και τη διαρκή απειλή της ζούγκλας πού, κρυμμένη στα πρόσωπα του συστήματος, ξεπροβάλλει κάθε τόσο για να μας υπενθυμίζει ότι είμαστε εύθραυστοι, ότι είμαστε μόνοι, ότι μια μέρα θα γίνουμε λίπασμα για τα ραδίκια. Ή ότι μια μέρα όλα πρέπει να παιχτούν κορόνα-γράμματα, στυλ γούεστερν, ή να κριθούν σε μια μονομαχία στην κεντρική λεωφόρο : αυτοί ή εμείς. Μέσα σ’ αύτη τη μοναξιά, ή ιδιωτική σου πόλη πλάθει αλληλεγγύη. Είναι κάποια αδύναμα φράγματα από οδοντογλυφίδες πού μερικές φορές ανθίστανται στην ορμητική πλημμύρα. Είναι το χαμόγελο των ιδιοκτητών του χρωματοπωλείου, το μάτι πού σου κλείνει συνένοχα στο λεωφορείο ό τύπος πού τυχαία διαβάζει το ίδιο μυθιστόρημα μ’ εσένα, ή ικανοποίηση των επιβατών πού παρακολουθούν το ανθρωποφάγο φιλί αποχαιρετισμού δύο φοιτητών της Φιλοσοφικής πού φιλιούνται λες και αύριο δεν θα έχουν πάλι μαζί μάθημα, ή λες και δεν θα γίνει πια κανένα μάθημα. Το άγριο βλέμμα όλων όταν ο μπάτσος της γωνίας δίνει κλήση σ’ έναν μοτοσικλετιστή. Και μέσα στη δική σου την πόλη δημιουργούνται άλλες μικρότερες πόλεις, χωριά, σχεδόν ατομικά αγροκτήματα πού κάθε τόσο έρχονται σε επαφή με την πόλη των άλλων.

Paco Ignacio Taibo 2, «Στην ίδια πόλη υπό βροχή», σελ. 39 – 41, εκδόσεις ΑΓΡΑ, Αθήνα 2007, μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος

Για μας τους εραστές της noir λογοτεχνίας η κρίση δημιουργεί μία ακόμη αμηχανία: Φτιάχνει ένα σκηνικό στην πόλη που τη σκοτεινιάζει, ένα σκηνικό βρώμας, σαπίλας και ταυτόχρονα μάχης και αγωνίας που φέρνει μπρός στα μάτια μας σκηνές βγαλμένες από τις σελίδες των αγαπημένων μας μυθιστορημάτων. Δεν ξέρεις πώς ακριβώς να νιώσεις να προσπαθήσεις να θαυμάσεις μια λογοτεχνική πραγματικότητα ή να οργιστείς και αηδιάσεις;

Μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας σε γεμίζει από αυτή την αβάσταχτη αμηχανία. Μια πόλη μες στην πόλη. Παράλληλες ζωές, παράλληλες εικόνες από ένα φιλμ noir που δεν είναι προϊόν καλλιτεχνικής μυθοπλασίας αλλά αποτέλεσμα της αρρωστημένης «δημιουργίας» των πολιτικών των μνημονίων. Το πρόβλημα είναι ότι στη δική μας ιστορία δεν υπάρχει ένας Πέπε Καρβάλιο ή ένας  Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν να ξετυλίξει το κουβάρι της βρωμιάς και να φέρει την κάθαρση. Είμαστε εγκλωβισμένοι στις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος όπου συντελείται το έγκλημα και οι «κακοί» της ιστορίας προς το παρόν θριαμβεύουν. Μοιάζουμε να έχουμε χάσει το δρόμο προς τις τελευταίες σελίδες, τη λύση του μυστηρίου, και βολοδέρνουμε στη σκηνή του εγκλήματος μην ξέροντας τι να κάνουμε με το πτώμα και σε ποιόν να αναθέσουμε τη διαλεύκανση του φόνου.

Συνέχεια